Pafos Net

Πτυχές Ιατρικής Αμέλειας

title image

Θεοχαρίδου Κ. Καλυψώ

Δια ΘΕΟΧΑΡΙΔΟΥ Κ.ΚΑΛΥΨΩ&ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ

ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΙ ΟΙΚΟΙ Λ/ΣΙΑΣ&ΠΑΦΟΥ

 

Δεν είναι λίγες οι υποθέσεις που άγονται ενώπιον των Δικαστηρίων και αφορούν κατ ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη συνάδουσα με ιατρική αμέλεια. Επίσης, δεν είναι λίγες οι αποφάσεις εκείνες, τόσο πρωτόδικες όσο και κατ έφεση, που διέκριναν την ύπαρξη ιατρικής αμέλειας, προσδιορίζοντας τα χαρακτηριστικά στοιχεία που φέρει αυτή. Βεβαίως, για σκοπούς πληρότητας, αναφέρεται πως, αρκετές επίσης υποθέσεις, κρινόμενες πρωτόδικα και κατ εφέση, απορρίφθηκαν για πολλούς και διαφόρους λόγους, μεταξύ αυτών, επειδή, δεν υπήρξε, κατά την δικαστική κρίση, αμελής ο ιατρός ή οιοσδήποτε αντιμετώπιζε παρόμοιο ισχυρισμό.

Θεμελιακής σημασίας, για την διάκριση ιατρικής ή μη αμέλειας, είναι η κλασσική υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Management Committee[1].  Επίδικο θέμα στην υπόθεση αυτή,  ήταν κατά πόσο, η προειδοποίηση για τους κινδύνους που έδωσε ο ιατρός στον ασθενή ήταν ικανοποιητική. Ναι μεν, δεν υπήρχε ισχυρισμός για αμέλεια στον τρόπο διεξαγωγής της επέμβασης, αλλά ο ισχυρισμός ήταν, το ικανοποιητικό (ή μη) της προειδοποίησης, το οποίο εμπίπτει στον ορισμό του τί συνιστά ιατρική αμέλεια (μεταξύ άλλων).

Το κριτήριο Bolam επεκτάθηκε, λίγο αργότερα και στις δύο κατηγορίες υποθέσεων ήτοι προειδοποίηση για κινδύνους και στον τρόπο διεξαγωγής της θεραπείας. Σύμφωνα με το «Bolam test», ένας ιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν η πρακτική που ακολούθησε είναι αποδεκτή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρών, ανεξάρτητα αν ένα άλλο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. Ειδικά σε σχέση με προειδοποίηση για κινδύνους, ο ιατρός δεν είναι αμελής αν παραλείψει να προειδοποιήσει εκεί όπου οι κίνδυνοι είναι μηδαμινοί.

Σε υπόθεση άλλην, μετά πάροδο σχεδόν 20 χρόνων και ειδικότερα στην υπόθεση Sidaway v. Bethlem Royal Hospital Governors[2], εκφράστηκαν και οι πρώτες αμφιβολίες για την εφαρμογή του «Bolam test» στην πρώτη κατηγορία υποθέσεων που αφορούν το επίπεδο πληροφόρησης του ασθενή. Το δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, όπως ήταν τότε, κατά πλειοψηφία εφάρμοσε το «Bolam test», θεωρώντας ότι ένας ιατρός είναι υπόχρεος να προειδοποιήσει τον ασθενή του για πιθανούς κινδύνους, μόνο αν μια μερίδα συνήθων επαγγελματιών ιατρών που έχουν τη συγκεκριμένη ειδίκευση, εύλογα θα αποκάλυπταν τους κινδύνους αυτούς στον ασθενή.  Παρά του ότι, η απόφαση ελήφθη κατά πλειοψηφία, η μειοψηφία, εξέφρασε πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις, εισάγοντας το κριτήριο του μέσου λογικού ανθρώπου και εν τέλει, αυτές, καθόρισαν και την νεότερη / παραπέρα Νομολογία.

Έτσι, το συγκεκριμένο κριτήριο, στην υπόθεση Bolam, τελικά περιορίστηκε μερικώς με την απόφαση του δικαστηρίου της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Bolitho v. City and Hackney Health Authority[3], 10 χρόνια σχεδόν μετά, στην οποία αποφασίστηκε ότι, ένας ιατρός θα μπορούσε να βρεθεί ένοχος για αμέλεια, παρά το ότι μια μερίδα επαγγελματιών ιατρών με τη γνώμη τους επικροτούν τον τρόπο που ενήργησε, αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η άποψή τους δεν ήταν λογική ή υπεύθυνη. Αξιολογώντας τη γνώμη της μερίδας ιατρών που επικροτεί τη θεραπεία, το δικαστήριο οφείλει να αποφασίσει αν αυτή η ιατρική πρακτική θέτει ή όχι τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο.

Η προσπάθεια διάβρωσης του κριτηρίου Bolam από τις υποθέσεις Sidaway και Bolitho κορυφώθηκε στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust[4], 2 χρόνια μετά. Σε εκείνη την υπόθεση, η κα Pearce πέρασε κατά δύο εβδομάδες την προγραμματισμένη ημερομηνία γέννησης του έβδομου παιδιού της. Παρακάλεσε τον ιατρό της να προκαλέσει τη γέννηση με καισαρική τομή. Ο ιατρός της, θεώρησε τη συγκεκριμένη ιατρική επέμβαση ακατάλληλη και συζήτησε τους κινδύνους και τα μειονεκτήματα μιας τέτοιας τομής και συνέστησε αναμονή. Όμως δεν προειδοποίησε την κα Pearce ότι λόγω της καθυστέρησης υπήρχε αυξημένος κίνδυνος θνησιγενούς γέννησης, ο οποίος υπολογίστηκε σε 0.1-0.2%. Η τομή έγινε 5 μέρες μετά και το παιδί γεννήθηκε νεκρό.  Η κα Pearce ενήγαγε τον ιατρό ότι παρέλειψε να την προειδοποιήσει για τον κίνδυνο. Δύο ήταν τα νομικά ερωτήματα που καλείτο να απαντήσει το Αγγλικό Εφετείο:- (α) Κατά πόσο ο ιατρός όφειλε να προειδοποιήσει την ασθενή για τον αυξημένο κίνδυνο με την πάροδο του χρόνου να γεννηθεί το παιδί νεκρό και (β) αν έδιδε τέτοια προειδοποίηση, κατά πόσο η ασθενής θα διαφοροποιούσε την απόφαση της.

Τελικά, στην πιο πάνω υπόθεση, ο ιατρός δεν κρίθηκε ένοχος αμέλειας, επειδή ο αυξημένος κίνδυνος του 0.1-0.2% δεν θεωρήθηκε σημαντικός. Όμως, η υπόθεση σηματοδότησε διαφοροποίηση του «Bolam test». Φαίνεται ότι το νέο κριτήριο που διαμορφώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο με την απόφαση του Λόρδου Woοlf, είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός ιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού δώσει τη συγκατάθεσή του[5].

Το κριτήριο επομένως, σύμφωνα με τα αποφασισθέντα στην υπόθεση Pearce, δεν είναι αν η Εφεσείουσα θα έδιδε τη συγκατάθεση της αν προειδοποιείτο, αλλά αν ο μέσος λογικός ασθενής στη θέση της Εφεσείουσας θα συγκατατίθετο ή όχι, αν προειδοποιείτο για τους κινδύνους που ενδεχομένως να προέκυπταν.

Φαίνεται, μέσα από την Νομολογία επίσης ότι, σε περιπτώσεις που δεν δίδεται οποιαδήποτε προειδοποίηση στον ασθενή, τα δικαστήρια εφαρμόζουν τις σχετικές αρχές της αιτιώδους συνάφειας με πιο χαλαρό τρόπο.  Έτσι, στην McAllister v. Lewsham[6] το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η ασθενής δεν θα συγκατατίθετο αν είχε προειδοποιηθεί πλήρως για τους κινδύνους. Το δικαστήριο θεώρησε άσχετο το γεγονός ότι η ενάγουσα σε εκείνη την υπόθεση, όταν ρωτήθηκε, κατάθεσε ότι ήταν αδύνατο για την ίδια να γνωρίζει τι θα έπραττε, αν προειδοποιείτο για τους κινδύνους. Στην υπόθεση Chester v. Affshar[7] [2002] 3 All E.R. 532, το Αγγλικό Εφετείο αποδέχθηκε ότι η απόδειξη αιτιώδους συνάφειας εξαρτάται από το τι θα έπραττε ο μέσος λογικός και συνετός ασθενής στη θέση της Εφεσείουσας. Στην έφεση που ακολούθησε στο Δικαστήριο της Βουλής των Λόρδων, στην υπόθεση Chester v. Affshar η πλειοψηφία του δικαστηρίου, έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να υπάρξει κάποια παρέκκλιση από τις κλασσικές αρχές που αφορούν στην αιτιώδη συνάφεια προς όφελος του δικαιώματος της αυτονομίας του ασθενούς.

Το αντικειμενικό κριτήριο που τελικά υιοθετήθηκε, θεωρείται πως, είναι ορθότερο από το υποκειμενικό και συνάδει με τις αρχές που εμπεριέχονται στον περί της Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και της Αξιοπρέπειας του Ανθρώπου Αναφορικά με την Εφαρμογή της Βιολογίας και Ιατρικής (Κυρωτικό) και Άλλες Συναφείς με την Εφαρμογή της Σύμβασης Διατάξεις Νόμο του 2001 (Ν. 31(ΙΙΙ)/01). Σύμφωνα δε, με τον γενικό κανόνα που διατυπώνεται στο Άρθρο 5 της Σύμβασης: «Επέμβαση στο πεδίο της υγείας δύναται να διεξάγεται μόνο μετά την ελεύθερη και ενημερωμένη συγκατάθεση του ενδιαφερόμενου προσώπου. Κατάλληλες πληροφορίες δίδονται από προηγουμένως στο πρόσωπο αυτό σχετικά με το σκοπό και τη φύση της επέμβασης καθώς επίσης για τις συνέπειες και τους κινδύνους της. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται κατά οποιοδήποτε χρόνο να αποσύρει ελεύθερα τη συγκατάθεση του.»

 

[1] [1957] 2 All E.R. 118

[4] [1999] 48 B.M.L.R. 118

[5] Medical Negligence, M. A. Jones, 4η Έκδοση (2008) σελ. 651-662

[6] [1994] 5 Med L.R. 343