Pafos Net

Αίσθημα αδικίας: Περί δικαίου αίσθημα. Αρχή της ίσης μεταχείρισης

title image

Θεοχαρίδου Κ. Καλυψώ

ΔΙΑ ΘΕΟΧΑΡΙΔΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ

Δικηγορικοί Οίκοι Λευκωσίας & Πάφου

 

Οι σπουδαίες εκείνες (τότε και σήμερα) νομικές – δικαστικές φυσιογνωμίες, ανέπτυξαν και ανέλυσαν σωρεία αρχών, συνταγματικώς παγιωμένων, αφήνοντας πλούσιο Νομολογιακό παρελθόν εις του Νεότερους και συνάμα, διαμόρφωσαν μία εικόνα και/ή πεποίθηση για το περί δικαίου αίσθημα ή αίσθημα αδικίας, στον απλό πολίτη. Μία από τις βασικές αρχές, με συνταγματική περιωπή και όχι μόνον βεβαίως[1], είναι η αρχή της ίσης μεταχείρισης η οποία, όταν παραβιάζεται, πλήττει βάναυσα έως και θανάσιμα (αναλόγως της περίπτωσης) το περί ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΙΣΘΗΜΑ.

Συνταγματικώς, κατοχυρώνεται και ρυθμίζεται από το άρθρο 28 η Αρχή. Απαίτηση των πολιτών, σε ένα Κράτος Δικαίου και μία ευνομούμενη Πολιτεία, με Δημοκρατικές καταβολές, είναι η καθολική εφαρμογή και τήρηση αυτής της Αρχής σε όλα τα πεδία του Βίου των Πολιτών σε μία τέτοια Πολιτεία.

Νομολογιακώς, η απόφαση[2] με την οποία υπάρχει ενασχόληση σήμερα, λόγω του σημαντικού θέματος που άγγιζε αλλά και της ασταθούς τότε, ως ίσχυε, Νομολογίας, ανάγκασε το Εφετείο, ως 3μελές που ήταν, να διευρυνθεί και δη, το θέμα της ίσης μεταχείρισης, να συζητηθεί ενώπιον της Ολομελείας του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Χώρας.

Τα γεγονότα, της υπόθεσης, απλά διατυπωμένα: συγκατηγορούμενοι, εις τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, αντιμετώπισαν διαφορετική μεταχείριση, κατά το στάδιο της εκτέλεσης / επιβολής της ποινής. Το νομικόν ζήτημα το οποίο ηγέρθη, ως κατωτέρω ξετυλίγεται είναι επί τη βάση της Αρχής της ίσης μεταχείρισης, διαφορετική  εκτέλεση και/ή έκτιση της ποινής δηλαδή, σε συγκατηγορούμενους, όπου αυτή η άνιση μεταχείριση, προκάλεσε και/ή καταπάτησε το περί δικαίου αίσθημα, στον έτερο συγκατηγορούμενο. Ο ένας, λόγο χάρης, υπό του Προέδρου, είχε αφεθεί ελεύθερος, ενώ ο άλλος, εξέτιε την ποινή φυλάκισης του.

Λόγω του όγκου της αποφάσεως και των διατυπωμένων θέσεων, καθότι υπήρξαν διιστάμενες απόψεις, θα παρατίθενται αυτούσια τα αποσπάσματα. Τα συμπεράσματα, γενικώς, αφήνονται στην κρίση και αντίληψη του καθενός καθότι, η καλόπιστη κριτική, είναι πάντα ευπρόσδεκτη, επί των Δικαστικών Αποφάσεων. Εξάλλου η  ώριμη και σοβαρή κριτική αξιολόγηση, επ αυτών, αναδεικνύει τον νομικό πολιτισμό μίας Χώρας αλλά και το επίπεδο του συνόλου των Πολιτών, προάγοντας την Δημοκρατία και την Δικαιοσύνη!

Ο άξονας λοιπόν και/ή η βασική αρχή, όπως ο Εξαίρετος, Έντιμος Πρόεδρος Πικής το έθεσε τότε ήταν: <Η ίση μεταχείριση των παραβατών, συνιστά παγιωμένη αρχή του κοινού  δικαίου, η οποία στην Κύπρο κατοχυρώνεται συνταγματικά με τις διατάξεις του Άρθρου 28, που εγκαθιδρύει την ισοπολιτεία και ισονομία των πολιτών. Η δε προνομία του Προέδρου, δυνάμει του Άρθρου 53.4 του Συντάγματος, ασκείται κατά βούληση.  Δεν τίθενται κριτήρια για την άσκηση της εξουσίας, ούτε υπάρχει συνταγματική υποχρέωση για την αιτιολόγηση της ή την κοινοποίηση των λόγων για τους οποίους παρέχεται.  Το ανέλεγκτο της προνομίας του Προέδρου, τονίζεται στην υπόθεση Lazaris and Another v. The Republic >.

Παρενθετικά, το άρθρο 53 του Συντάγματος παρέχει στον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίας,  δικαίωμα για την απονομή χάριτος με τη μετατροπή θανατικής καταδίκης σε ισόβια φυλάκιση και με τη μείωση, αναστολή ή μετατροπή της ποινής σε κάθε άλλη περίπτωση. Η παράγραφος 4 του Άρθρου 53 δη, η οποία παρατίθεται, λέγει:"..... ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας μειώνουσιν, αναστέλλουσιν ή μετατρέπουσιν οιανδήποτε ποινήν επιβληθείσαν υπό οιουδήποτε δικαστηρίου εν τη Δημοκρατία κατόπιν συμφώνου γνώμης του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας και του βοηθού γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας."

"Η μη δίωξη ή αναστολή της δίωξης ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται.  Επενεργεί όμως (η μη δίωξη) ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλειας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση.  Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της Δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα.  Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος."

<Αίσθημα αδικίας[3] αναδυόταν από μια κατά τα φαινόμενα ευνοϊκή μεταχείριση του συναυτουργού η οποία αντίκειτο στην αρχή της ίσης μεταχείρισης όσο και αν μπορεί τέτοια μεταχείριση να μην ήταν σκόπιμη.  Ισχύει βασικά το ίδιο όπως και στην περίπτωση της ανισοσκέλειας στην ποινή μεταξύ συγκατηγορουμένων[4]>.

Ρητή αναφορά στη σημασία της ευνοϊκής μεταχείρισης, ως το πιο πάνω απόσπασμα,  έγινε σε απόφαση άλλην και δη, στην Ιωάννου και Άλλη  όπου το Εφετείο κατέληξε ότι <η καθυστέρηση στη δίωξη τρίτης γυναίκας για συναφή αδικήματα δεν οφειλόταν "σε οποιαδήποτε πρόθεση της Κατηγορούσας Αρχής να την ευνοήσει" και γι' αυτό δεν παραβιαζόταν η αρχή της ίσης μεταχείρισης.  Η ευνοϊκή μεταχείριση μπορεί βέβαια να επέλθει εξ αντικειμένου και χωρίς σχετική πρόθεση όταν η διαφορετική μεταχείριση εμφανίζεται ως αυθαίρετη>. 

"Αυτό ακριβώς το αίσθημα αδικίας, εκπορευόμενο από την ανισότητα έναντι του νόμου, δημιουργείται όταν οι παραβάτες του τυγχάνουν αυθαίρετης διαφορετικής μεταχείρισης από τους φορείς της πολιτείας εντεταλμένους στην περιφρούρηση και εφαρμογή του." Που δεν είναι άλλοι βεβαίως από τους Δικαστικούς Λειτουργούς.

<Το ότι το δικαίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 53 του Συντάγματος δεν ελέγχεται δικαστικά, όπως άλλωστε το ίδιο δεν ελέγχονται οι εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα δυνάμει του Άρθρου 113, μοιάζει ίσως αυτονόητο[5].  Αυτό όμως δε σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει επί των αποτελεσμάτων.  Όπως ανέφερε στην ομόφωνη απόφαση του το Εφετείο στην Κάττου και Άλλος: "Το γεγονός ότι δεν ελέγχεται δικαστικά η άσκηση των εξουσιών του Γενικού Εισαγγελέα βάσει του Άρθρου 113.2 δεν απαλλάττει τις δικαστικές αρχές από την υποχρέωση για αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, περιλαμβανομένης και της ισότητας που κατοχυρώνει το Άρθρο 28."

Ο Αρτεμίδης Δ. πρόσθεσε επεξηγηματικά: "Το Δικαστήριο όμως, παρότι δεν μπορεί να κρίνει την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να λαμβάνει υπόψη την πραγματική κατάσταση που δημιουργείται από το απλό γεγονός πως ένας των κατηγορουμένων τυγχάνει διακοπής της δίωξής του, ή παραβάτης του ιδίου εγκλήματος δεν προσάγεται ενώπιον της δικαιοσύνης."

<Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ισότητα ενώπιον του Νόμου, δηλαδή την όμοια μεταχείριση ομοιογενών και τον αποκλεισμό ανομοιογενών υποκειμένων και αντικειμένων του Δικαίου.  Η ομοιογένεια προσδιορίζεται με βάση την ουσία των πραγμάτων και όχι την αριθμητική τους δύναμη[6]. Η αρχή της ισότητας σημαίνει (θετικά) την επιταγή της απρόσωπης και αντικειμενικής κρίσεως και (αποθετικά) την απαγόρευση κάθε αυθαίρετης διακρίσεως, κάθε διακρίσεως δηλαδή που στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια και αγνοεί την ουσιώδη ομοιότητα των υπό ρύθμιση ή κρίση περιπτώσεων.  Από την άλλη πλευρά απαγορεύεται η ίση μεταχείριση ουσιωδώς ανόμοιων περιπτώσεων, γιατί κι αυτή αποτελεί στην πραγματικότητα αυθαίρετη μεταχείριση, αφού αγνοεί υφιστάμενα ή στηρίζεται σε ανυπόστατα ή άσχετα κριτήρια[7]. Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος έχει τύχει ερμηνείας σε σειρά αποφάσεων της νομολογίας μας. Ο όρος "ίσοι ενώπιον του Νόμου" στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δε μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας αλλά διασφαλίζει μόνον εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες πρέπει να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσεως των πραγμάτων[8].   Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Αρακιάν κ.α[9]  είχαν υιοθετηθεί οι πιο κάτω αρχές της ελληνικής νομολογίας: (1) Η συνταγματική αρχή της ισότητας συνεπάγεται την ίση ή ομοιόμορφη μεταχείριση "πάντων των υπό τας αυτάς συνθήκας τελούντων" (Υπόθεση 1273/65 του Στ.Ε.). (2) Το άρθρο 3 του Ελληνικού Συντάγματος του 1952 - το οποίο αντιστοιχεί με το πιο πάνω άρθρο 28.1 - "αποκλείει μόνον την υπό του νομοθέτου θέσπισιν διακρίσεων αυθαιρέτων και όλως αδικαιολόγητων" (Υποθέσεις 1247/67 και 1870/67 του Στ.Ε.). (3) "Ευλόγως προκύπτει παραβίασις της αρχής της ισότητος και ως εκ τούτου ακυρότης των προσβαλλομένων πράξεων, εφ' όσον πρόκειται περί ρυθμίσεων σχέσεων τελουσών υπό διαφόρους πραγματικάς συνθήκας, αίτινες δεν αποκλείουν ανομοιομορφίας εν των διακανονισμώ αυτών" (Υπόθεση 2063/68 του Στ.Ε.). (4) Η αρχή της ισότητας εφαρμόζεται "επί περιπτώσεων τελουσών υπό τας αυτάς εν γένει συνθήκας" (Υπόθεση 1215/69 του Στ.Ε.). Στη Σεργίδη ν. Δημοκρατίας[10] υποδεικνύεται ότι το άρθρο 28 έχει ως λόγο την ουσιαστική σε αντίθεση με τη φαινομενική ισότητα.  Υποδεικνύεται, επίσης, ότι η δυναμική της αρχής της ισότητας επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης, των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων[11]. Από το σύνολο των πορισμάτων της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας συνάγεται ότι αυτό που απαγορεύει η συνταγματική αρχή της ισότητας είναι η δημιουργία αυθαίρετων, τυχαίων ή συμπτωματικών διακρίσεων.  Ομοίως απαγορεύεται η εξομοίωση, από τον κοινό Νομοθέτη διαφορετικών καταστάσεων, ή η ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται υπό διαφορετικές συνθήκες πραγματικές ή νομικές με βάση όμως τυπικά ή συμπωματικά κριτήρια.  Ως αντισυνταγματικές θεωρούνται μόνο οι προδήλως παραβιάζουσες την αρχή της ισότητας διατάξεις.  Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως ακραίων ορίων>.

Εναντίον της μαθηματικής ισότητας συνηγορεί και ο διαπρεπής συνταγματολόγος Αριστόβουλος Μάνεσης.  Όπως υποδεικνύει στο σύγγραμμα του "Συνταγματική Θεωρία και Πράξη"[12]: "εν πάση περιπτώσει, είναι βέβαιον ότι η κατά το άρθρο 3.1 του Συντάγματος νομική ισότης, αφ' ενός δεν υποδηλεί κοινωνικήν και οικονομικήν ισότητα, αφ' ετέρου δε δεν σημαίνει μαθηματικήν ισότητα".

Στο ίδιο σύγγραμμα του, ο Εξαίρετος Συνταγματολόγος, επεξηγεί ότι <η συνταγματικά κατοχυρωμένη ισότητα του Νόμου νοείται ως αναλογική ισότητα.  Και αυτό σημαίνει ότι ίση ρύθμιση υφίσταται - είτε εις πρόσωπα είτε εις πράγματα είτε εις σχέσεις είτε εις καταστάσεις αφορά αυτή - όταν ενεργείται ομοία μεταχείριση των ομοίων και ανομοία μεταχείριση των ανομοίων.  Η όμοια μεταχείριση δια να είναι ίση προϋποθέτει ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων>. 

Αναφορικά με τον δικαστικό έλεγχο ο καθηγητής Μάνεσης υποδεικνύει ότι <ο Δικαστής οφείλει να ερευνά αν υφίσταται πράγματι ομοιότητα των υπό ρύθμιση θεμάτων.  Και για το σκοπό αυτό αποβλέπει στις ουσιώδεις ομοιότητές των και με βάση αυτές να εκτιμά την αντικειμενική ύπαρξη ομοιότητας ή ανομοιότητας.  Πρέπει επίσης ο Δικαστής να έχει υπόψη ότι ο νομοθέτης δικαιούται να κινείται με διακριτική ευχέρεια "εντός ευρέων πλαισίων"  κατά την εκτίμηση της ομοιότητας ή μη των υπό ρύθμιση θεμάτων και κατά την θέσπιση ίσης ρύθμισης[13]>.

Κατά την έρευνά του (του Καθηγητού Μάνεση) κατά πόσο έχει παραβιασθεί ή όχι η αρχή της ισότητας, εντοπίζει πως: <το δικαστήριο οφείλει να χρησιμοποιεί μέτρο κρίσεως "κατά το μάλλον ή ήττον" αντικειμενικό.  Πρέπει να αποβλέπει εις το "κοινόν περί δικαίου συναίσθημα" ή εις την "σύγχρονον περί δικαίου συνείδησιν".  Επειδή δεν είναι ορθό να γίνεται λόγος περί "συναισθήματος" - ακόμη δε ολιγότερο "περί  αισθήματος" - δικαίου, αλλά ούτε είναι ακριβές ότι υπάρχει τέτοιο κοινό "συναίσθημα" είναι προτιμότερο να αναζητείται το κριτήριο εις "την περί δικαίου συνείδησιν και δεί την σύγχρονον".  Δια να καταστεί δε τούτο ακόμη περισσότερο "ασφαλές" πρέπει να διασαφηνισθεί ότι ως "σύγχρονος περί δικαίου συνείδησις δέον να εκλαμβάνεται η τοιαύτη ενός λογικώς σκεπτόμενου μέσου σύγχρονου ανθρώπου>.

Ειδικά και σε σχέση με την φύση του προνομίου του Προέδρου της Δημοκρατίας, για απονομή χάριτος, δυνάμει του άρθρου 53.1 του Συντάγματος, ο Αρτεμίδης Δικαστής, εις την διιστάμενη απόφαση του, παραθέτει απόσπασμα από την "Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου", του Νικόλαου Ι. Σαριπόλου, έκδοση 1993, σελ. 231: "... η χάρις αντί να προσβάλλη την δικαιοσύνην είναι μάλλον το εκείνης συμπλήρωμα διότι, ως καλώς έλεγον οι Ρωμαίοι, summum jus summa injuria, ήτοι η αυστηρά και άκαμπτος του νόμου διάταξις καθίσταται πολλάκις αδικωτάτη. Είναι μεν αληθές ότι δύναται να γίνη και του αρίστου τούτου δικαιώματος κατάχρησις ως και παντός άλλου καλού, αλλ' είναι επίσης αληθές ότι πολλάκις εν τω μεταξύ της δίκης, ή και μετά την καταδίκην προ της εκτελέσεως, δύνανται τοιαύται να παρουσιασθώσιν ενδείξεις, ώστε να κλονίσωσι την πεποίθησιν του κοινού, ή την συνείδησιν των δικαστών οίτινες κατεδίκασαν να ταράξωσι, ή και αυτόν τον νόμον ως άδικον και απηνή να παραστήσωσι προς τους πολίτας, και να μειώσωσι το προς τον νόμον σέβας του λαού, οικτρόν και τρομερόν φόβητρον παριστώντες αυτόν μάλλον παρά ηγήτορα ευμενή και της αθωότητος προστάτην και φρουρόν.  Αλλά και εις αυτήν ακόμη την περίπτωσιν καθ' ην η καταδίκη δικαίως κατεγνώσθη, και η ποινή επεβλήθη, χρήσιμον και αγαθόν το της χάριτος είναι δικαίωμα, διότι προς τούτο αποσκοπών ο ένοχος και υφιστάμενος την ποινήν δύναται να βελτιωθή, διότι ουδέ καλόν είναι ο τιμωρούμενος να βλέπη αεννάως προ οφθαλμών το οικτρόν εκείνο επί της πύλης του άδου επίγραμμα."

Στη Δημοκρατία ν. Σαμψών[14]  η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου υπέδειξε ότι <η  Δικαιοσύνη είναι ο αποκλειστικός κριτής και ο καθοριστής του μέτρου της τιμωρίας των παραβατών[15]> και εκεί όπου εντοπίζεται άνιση μεταχείριση, όπως ο Δικαστής Πικής πολύ εύστοχα το έθεσε, αυτόβουλα καλείται η Δικαιοσύνη ΝΑ ΑΡΕΙ την κάθε μορφής παρανομία.

Με το αμέσως προηγούμενο ως επίλογο, όσο επίκαιρο και αν είναι το παρόν άρθρο, να θυμόμαστε πάντα πως, Λαμπρές, Εξαίρετες, Έντιμες Δικαστικές φυσιογνωμίες, έχουν αναδείξει την μικρή μας Κύπρο και θα συνεχίσουν να το πράττουν. Προβλήματα, διαπλοκή και αδιαφάνεια υπάρχει σε όλα τα Συστήματα και σε όλα τα Κράτη. Αυτά όμως, μεταβάλλονται άρδην και εξαφανίζονται όταν, ο καθείς από εμάς, αλλάξει άρδην την νοοτροπία και κουλτούρα του. Όταν, ο καθείς από εμάς, αποκτήσει παιδεία ανθρωποκεντρική, ευγένεια και συνείδηση του ΕΝΤΙΜΟΥ και ΗΘΙΚΟΥ βίου (πράττοντας/ζώντας αυτόν), τότε θα αλλάξει και το Σύστημα. Καθότι, το ΣΥΣΤΗΜΑ εμείς οι ίδιοι το συντηρούμε και το εκτρέφουμε!!

 

 

 

 

 

[1] Σχετικά Διεθνή και Ευρωπαικά Σύμφωνα, Κείμενα και Διακηρύξεις

[2] Του 1996

[3] Η μεταχείριση συναυτουργών απασχόλησε και στις υποθέσεις Kyriakides v. Republic (1983) 2 C.L.R. 94, Ierides and Another v. Republic (1987) 2 C.L.R. 219, Γενικός Εισαγγελέας ν. Οδυσσέως και Άλλων (1991) 2 Α.Α.Δ. 309, Dirazo v. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 197 και Ιωάννου και Άλλη ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 5974-5, ημερ. 5 Ιουλίου 1996

[4] Koukos v. Police (1986) 2 C.L.R. 1

[5] Αν και κατά την ταπεινή νομική μου άποψη, οι λόγοι θα έπρεπε να κοινοποιούνται τουλάχιστον και/ή να καθίστανται γνωστοί εις τους μετέχοντες και/ή αφορώντες την Δίκη

[6] Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α., Αίτηση 1/96/22.1.97

[7] Δαγτόγλου, "Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά  Δικαιώματα Β", παραγ. 1366

[8] Μικρομμάτης ν. Δημοκρατίας, 2 R.S.C.C. 125

[10] (1991) 1 Α.Α.Δ. (Απόφαση Ολομέλειας)

[11] απόφαση του Πική, Δ. - όπως ήταν τότε -στην Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 2/89, 29.8.89, σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της ομοιογένειας

[12] Σελίς 320

[13] Γιασεμίδου κ.α. ν. Δημοτικού Συμβουλίου Λευκωσίας κ.α., Α.Ε. 1611/31.10.96)

 

[15] Όλων βεβαίως